ΕΠΙΛΕΓΟΝΤΑΣ ΚΑΤΑΚΤΗΤΗ
ΕΠΙΛΕΓΟΝΤΑΣ ΚΑΤΑΚΤΗΤΗ
Μετά το ρεζίλεμα των Ιταλών στην Αλβανία, με τις πλάτες των Γερμανών πάτησαν σε Ελληνικό έδαφος και χωρίς ίχνος ντροπής, οι αξιωματικοί τους περισσότερο, με τα πολλά σιρίτια και τις τριζάτες μπότες, καμάρωναν και φούσκωναν σα τους διάνους που, ελέω των Γερμανών, ήταν οι νικητές.
Όταν οι Γερμανοί έφτασαν στην Αθήνα, οι Σαμιώτες περίμεναν τον κατακτητή τους, δεν ήξεραν ποιος θα ήταν, Γερμανοί ή Ιταλοί. Οι αρχές της Σάμου, Νομάρχης Σταμάτιος Σπύρου, με το τεράστιο ανάστημα, αλλά πνευματικά ανεπαρκής και παθολογικά Γερμανόφιλος, ο διοικητής χωροφυλακής ταγματάρχης Ι. Μπάφας, Στρατιωτικός διοικητής, Πραξιτέλης Ιωαννίδης, ο Δήμαρχος, ο Λιμενάρχης κι άλλοι, φασίστες όλοι, διορισμένοι απ’ το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, συσκέπτονταν στη Νομαρχία ποιόν κατακτητή να επιλέξουν. Με τη κατάληψη της Θεσσαλονίκης απ’ τους Γερμανούς, ο Διοικητής χωροφυλακής άρχισε τις επισκέψεις στο Γερμανικό προξενείο στο Μαλαγάρη, και ζητούσε να σταλεί τηλεγράφημα στον Χίτλερ μέσω του Γερμανού προξένου στη Σάμο. Ο Λιμενάρχης προτιμούσε τους Ιταλούς που είναι πιο ήπιοι, κι ο καθένας είχε τις προτιμήσεις του. Ο Περικλής Αργυρόπουλος μάταια ήρθε απ’ την Κρήτη, αποσταλμένος απ’ την Κυβέρνηση για να οργανώσει την άμυνα της Σάμου. Ο Γερμανόφιλος στρατιωτικός διοικητής, ο κατοπινός διορισμένος κατοχικός νομάρχης, έστειλε στα σπίτια τους πεντακόσιους αξιωματικούς και οπλίτες του στρατοπέδου των Μυτιληνιών, γιατί, όπως έλεγε ήταν λίγοι και μεγάλων ηλικιών, αν και υπήρχε αρκετός οπλισμός για να εξοπλιστούν πολύ περισσότεροι. Ο Δεσπότης Ειρηναίος, ο Δικηγόρος και λοχαγός Μανόλης Σοφούλης, οι αξιωματικοί του στρατοπέδου των Μυτιληνιών και πολλοί πολίτες, αξιόλογα άτομα της κοινωνίας της Σάμου, δεν συμφωνούσαν μ’ όλες αυτές τις ενέργειες. Ο Διοικητής του στρατοπέδου των Μυτιληνιών, μόλις πήρε τη διαταγή να στείλει τους στρατιώτες στα σπίτια τους, άνοιξε τις αποθήκες κι έθεσε στη διάθεση των πολιτών τα κάθε είδους εφόδια, ακόμα και τον οπλισμό, αντίθετα ο Στρατιωτικός Διοικητής στο Βαθύ τα παρέδωσε στους Ιταλούς.
Το πρωί στις οκτώ Μαΐου του 1941, του Αϊ-Γιάννη του Θεολόγου, τηλεφωνούσαν απ’ το Μαραθόκαμπο, ότι δυο Ιταλικά πλοία απ’ τα Δωδεκάνησα κατευθύνονται προς την Σάμο. Κατά τις έντεκα έφτασαν το ένα στο Πυθαγόρειο και το άλλο στο λιμάνι του Βαθιού κι έφεραν Ιταλούς πεζοναύτες, χωροφύλακες και τελωνειακούς, έφεραν τον κατακτητή. Επικεφαλής ήταν ο πλοίαρχος Κάρολο Φράνκι, ο οποίος διέσχισε τον τελείως έρημο από κόσμο παραλιακό δρόμο και πήγε στη νομαρχία, το παλιό ηγεμονικό μέγαρο, που βρισκόταν στην ίδια ακριβώς θέση του σημερινού ερειπωμένου ξενία. Εκεί αντάλλαξε μερικές κουβέντες με τον τότε νομάρχη Σταμάτη Σπύρου, που σαν γνήσιος Έλληνας δεν θα έπρεπε να βρίσκεται εκείνη την θλιβερή για την πατρίδα ώρα στη θέση του και να παρακολουθήσει το θέαμα, κατέβασε την Ελληνική και ύψωσε την Ιταλική σημαία. Οι μαύρες μέρες της κατοχής για τη Σάμο άρχιζαν
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου